Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Ε. Δ. ΡΟΪΔΗΣ: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Ε. Δ. ΡΟΪΔΗΣ: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ
ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟFREE photo hosting by Fih.gr
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ (1824-1879)
Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης γεννήθηκε στη Λευκάδα το 1824, γιος του επιχειρηματία και γερουσιαστή Ιωάννη Βαλαωρίτη και της Αναστασίας το γένος Τυπάλδου Φορέστη. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στο Λύκειο της Λευκάδας (1830-1837), κατόπιν φοίτησε στην Ιόνιο Ακαδημία στην Κέρκυρα (1838-1841) και ταξίδεψε στην Ιταλία και την ελεύθερη Ελλάδα (1841-1842). Ακολούθησαν σπουδές στη Γενεύη (όπου πήρε πτυχίο προλύτη Γραμμάτων και επιστημών από το εκεί κολλέγιο), το Παρίσι (νομικά) και τέλος την Πίζα, όπου ανακηρύχτηκε διδάκτωρ νομικής στο εκεί πανεπιστήμιο. Μεσολάβησε (1846) προσβολή του από τυφώδη πυρετό και επιστροφή στη γενέτειρά του. Ακολούθησαν ταξίδια του στην Ιταλία και την Αυστρία, όπου με κίνδυνο της ζωής του πήρε μέρος σε ενέργειες υπέρ της ελληνικής απελευθέρωσης. Παράλληλα μελέτησε γερμανική φιλοσοφία και το 1847 είχε ήδη τυπώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Στιχουργήματα στην Κέρκυρα. Ακολούθησε μια περίοδος περιπλάνησής του στην Ιταλία, κυρίως στη Βενετία. Εκεί πήρε μέρος σε φοιτητικές κινητοποιήσεις και γνώρισε την κόρη του Αιμιλίου Τυπάλδου Ελοϊσία, την οποία παντρεύτηκε το 1852. Από το γάμο του απέκτησε τρεις κόρες (τη Μαρία, που πέθανε το 1855 σε βρεφική ηλικία, μια δεύτερη, επίσης Μαρία, που πέθανε το 1866 και τη Ναθαλία, που πέθανε το 1875 στη Βενετία) και δύο γιους, το Νάνο και τον Αιμίλιο. Μετά το γάμο του ταξίδεψε στην Ευρώπη για ένα χρόνο και όταν επέστρεψε στη Λευκάδα ενίσχυσε το επαναστατικό κίνημα της Ηπείρου με άντρες και χρήματα, με αποτέλεσμα να προκαλέσει τη δυσαρέσκεια του τότε άγγλου αρμοστή και να αναγκαστεί να φύγει για την Ιταλία ξανά.
(Ολόκληρο το βιβλίο σε απλό κείμενο).
Ε. Δ. ΡΟΪΔΗΣ
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης – Διαβάστε το

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ Αριθ. 9.
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ
Υπό Ε. Δ. ΡΟΪΔΟΥ.
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ
Εν τω βίω των εθνών, και μάλιστα των νεαζόντων, πολύ μάλλον ενδιαφέρουσα της εξακριβώσεως του σημείου πολιτισμού, εις ό έφθασαν εν ωρισμένη στιγμή, φαίνεται ημίν η εξέτασις της διευθύνσεως καθ' ην ταύτα βαδίζουσιν. Αν εξ αυτής προκύπτη ότι βαίνει η Ελλάς επί τα πρόσω κατ' ευθείαν απαρέγκλιτον γραμμήν, δεν πρέπει ν' αχθώμεθα υπέρ το μέτρον ούτε δια την βραδύτητα της πορείας, ούτε δια το χωρίζον ημάς από των άλλων εθνών διάστημα, όσον μέγα και αν απομένη. Και υπό μεν την υλικήν έποψιν η πρόοδος της χώρας ταύτης, καίτοι ουχί ίσως ανάλογος της αγχινοίας της φυλής και της διακρινούσης τον αιώνα πυρετώδους δραστηριότητος, είναι τουλάχιστον αναμφισβήτητος και προφανής εις τον εγκύπτοντα εφ' οιουδήποτε στατιστικού πίνακος ή απλώς στρέφοντα περί εαυτόν τους οφθαλμούς. Αν όμως εξετάσωμεν και την σήμερον διανοητικήν ημών κατάστασιν, ουχί εν συγκρίσει προς τα άλλα έθνη, όπερ ήθελεν είναι άδικον, αλλά προς ημάς αυτούς κατά τας τελευταίας δεκαετηρίδας, η απάντησις δεν είναι επίσης ευχερής.Παράτολμον ίσως ήθελεν είναι το ν' αποφανθή τις ανεπιφυλάκτως ότι εν συνόλω δεν προώδευσε το έθνος και πνευματικώς· αλλ' ενώ η υλική πρόοδος είναι ψηλαφητή, η διανοητική επί τα πρόσω κίνησις αυτού απομένει πολύπλοκον ζήτημα· το δε ζήτημα, τούτο παρίσταται υπό όντως αποθαρρυντικήν φάσιν, οσάκις οπωσδήποτε εξέχων τις ανήρ αποχωρίζεται ημών ανεπιστρεπτεί. Ότε είδομεν αποκομιζόμενον τον Οικονόμον μάτην ανεζητήσαμεν τον αντάξιον αυτού μεταξύ των επιζώντων ρασοφόρων, και αποχαιρετώντες τον Ασώπιον δεν εβλέπομεν τον δυνάμενον να συγκριθή προς τον διδάσκαλον εκείνον, αν ουχί δι' άλλο, δια την αρχαϊκήν τουλάχιστον εις τα γράμματα αφοσίωσιν και την χαλκέντερον φιλοπονίαν.Εις ουδένα εκληροδότησεν αποθνήσκων την πυρίνην γλώσσαν του ο Φαρμακίδης, ουδ' ανευρίσκομεν μεταξύ του σμήνους των σήμερον δημοσιογραφούντων τον ισόπαλον του Λεβίδου. Του φαινομένου τούτου δεν επιχειρούμεν επί του παρόντος την εξήγησιν· αλλ' αν εξαιρέσωμεν τους φρονούντας ότι η φιλοτιμία επιβάλλει αυτοίς να λέγωνται κατ' ουδέν κατώτεροι των αποθνησκόντων ομοτέχνων, η πραγματικότης αυτού εκδηλούται εις τα όμματα πάντων και βαρύτερον καθιστά παντός χωρισμού το πένθος. Τα λοιπά έθνη προπέμποντα τους καταβαίνοντας εις τον τάφον διακεκριμένους άνδρας, θρηνούσιν επ' αυτοίς κατεχόμενοι προ πάντων υπό αισθήματος ευγνώμονος συμπαθείας, εις δε το ημέτερον πένθος πρωταγωνιστεί το αίσθημα της ημετέρας ζημίας και του κενού το οποίον αφίνει ο απελθών. Στερούμενοι χρησίμου ανδρός θρηνούμεν ως τέκνα ου μόνον απορφανισθέντα, αλλά και ανίκανα να επαρκέσωσιν εις εαυτά.Σήμερον δε ότε απέθανεν ο Βαλαωρίτης και εσιώπησεν ο Παράσχος,καταγινόμενος εις την σύνταξιν τoυ ποιητικού αυτού απολογισμού, μάτην ζητούμεν τίνα άλλον δυνάμεθα, μεθ' όσης δήποτε συγκαταβάσεως, ν'αναγορεύσωμεν ποιητήν.
* * *
Αλλά και αυτός ο Βαλαωρίτης δύναται άρα να ονομασθή εθνικός ποιητής της παρούσης γενεάς; Γνωστή είναι η προς το άσμα του Λευκαδίου,εξαιρετική ημών συμπάθεια, αλλά και η περί συγχρόνου ελληνικής ποιήσεως γνώμη. Αν ενομίζομεν υπάρχουσαν ασυμβίβαστον αντίθεσιν μεταξύ αυτών, προθύμως και αδιστάκτως ηθέλομεν θυσιάσει, και μάλιστα σήμερον, τας καλλιλογικάς ημών πεποιθήσεις εις τον ανεπιφύλακτον προς τον άνδρα θαυμασμόν. Τον νεόσκαπτον όμως τάφον του Βαλαωρίτου δεν νομίζομεν βωμόν κατάλληλον προς τέλεσιν τοιαύτης θυσίας, αφού τας πεποιθήσεις ημών ταύτας συνεμερίζετο κακείνος, «Είναι βέβαιον, είναι αναντίρρητον ότι ο ποιητής πρέπει όχι μόνον να επλάσθη υπό της φύσεως τοιούτος, αλλά και να ζη εν μέσω ατμοσφαίρας δυναμένης ν' αναπτύξη τον σπόρον, όν φέρει εν τη καρδία του». Ταύτα έγραφεν ημίν προ ενός έτους και επανέλαβεν έκτοτε πολλάκις, θρηνών επί τη τύχη της καταδίκου εις μικρά έργα ατυχούς ταύτης γενεάς. Συγκρίνοντες προς αλλήλους τους δύο άνδρας, ων εστερήθημεν σχεδόν συγχρόνως, δυνάμεθα να είπωμεν ότι ο Βαλαωρίτης υπήρξεν εθνικός ποιητής, ως ο Δεληγεώργης πολιτικός ανήρ. Τι άλλο όμως κατέλιπεν ημίν και ούτος, ειμή ζωηρόν αίσθημα ευγνωμοσύνης δια τους υπερανθρώπους αυτού προς ανόρθωσιν των κοινών αγώνας, την έναυλον μνήμην της μοναδικής ευγλωττίας του και την λυπηράν πεποίθησιν ότι, ζων εν άλλη χώρα ή παρ' άλλη γενεά ήθελε συνδοξασθή και δι' έργων μετά της πατρίδος; Εις αμφοτέρους τους άνδρας τούτους επεδαψίλευσεν η φύσις τας θειοτέρας αυτής παροχάς·αμφότεροι αφωσιώθησαν εις την αποστολήν των αποκλειστικώς και ολοψύχως μετ' επιμονή και αυταπαρνήσεως αγαγούσης αυτούς προώρως εις τον τάφον και ουδέτερος ηδυνήθη αποθνήσκων να επιφωνήση, ως ο Ρωμαίος:«Exegi monumentum!» Ούτε ο πολιτικός ανήρ κατώρθωσε να στήση την σημαίαν του επί μονίμου προχώματος κατά της οσημέραι ογκουμένης φαυλοκρατίας, ούτε ο αοιδός να συμπυκνώση εις ποιητικόν έργον τους πόθους και τα ονείρατα γενεάς αμοιρούσης ιδανικού. Αλλ' ο μεν ηναγκάσθη να κατατρίψη τας δυνάμεις του παλαίων κατά της πλειονοψηφίας, ην παρείχον επί είκοσιν όλα έτη εις τους αντιπάλους του οι ανακηρύξαντες αυτόν παμψηφεί μεγάλον άνδρα την επιούσαν του θανάτου του, ο δε μη ευρίσκων ζωήν και αίσθημα περί εαυτόν ν'αφιερώση προσόντα αληθούς ποιητού εις έργα αρχαιοδίφου και ταριχευτού αισθημάτων, γλώσσης και εθίμων, χθεσινών μεν κατά την χρονολογίαν,αλλ' υπό πάσαν άλλην έποψιν δυστυχώς απηρχαιωμένων. Ο σήμερον αιών διακρίνεται των προ αυτού διά την απότομον και οιονεί θεατρικήν μεταβολήν της κοινωνικής σκηνογραφίας. Πανταχού η ζώσα γενεά διαφέρει των πατέρων αυτής πολύ πλειότερον ή εκείνοι των προπάππων· ο δε τοιούτος μετασχηματισμός είναι προ πάντων εναργής εν Γαλλία και παρ'ημίν. Όσον απέχει ο σήμερον Γαλάτης των αλευροπάστων Μαρκησίων της εν Βερσαλλίαις αυλής, ων εσχατόγηρά τινα λείψανα ζώσιν εισέτι, τόσον και ο συνταγματικός Έλλην των αρματωλών του Αλήπασα και των κλεφτών του Ολύμπου. Μετά της ενδυμασίας, των αισθημάτων και των εθίμων συνεμετεβλήθη εν τη Δύσει και της ποιήσεως το ιδανικόν. Επιθυμητόν και ευκταίον ήτο να διατηρήσωμεν ημείς, οι μη συμπληρώσαντες την εθνικήν αποστολήν, ζων και ακμάζον το υπό του Βαλαωρίτου υμνηθέν,συμβιβάζοντες αυτό κατά το δυνατόν μετά του εξ ανάγκης εισαχθέντος εσπερίου οργανισμού και μεταμορφούντες ολόκληρον την λαχούσαν ημίν χώραν εις ευρύ ολημέριον, αν ουχί κλεφτών, ενόπλων τουλάχιστον γεωργών, ποιμένων, εργατών και βιομηχάνων. Τούτο όμως δεν εγένετο. Η συμβουλή του Ζαλοκώστα «Μη δεχθήτε ήθη νέα, ο αγών δεν επεράνθη»δεν ήχησεν εις ώτα ακουόντων. Αντί καπετανάτων, δυναμένων να ονομασθώσιν αρχηγείων εθνοφυλακής, διηρέθη η Ελλάς εις εκλογικάς περιφερείας και πας Έλλην, αντί να προσθέση εις το βιοποριστικόν αυτού επάγγελμα, μέχρι συντελέσεως του έργου, το του αμίσθου στρατιώτου, πρόσθεσε το του μεταπράτου ή μεγαλεμπόρου ψήφων. «Το πολεμικόν πνεύμα της φυλής εσβέσθη», έγραφεν αδημονών ο ποιητής εν τω προλόγω του Διάκου, «τα τέκνα των διασημοτέρων αρματωλών μετεμορφώθησαν εις δικηγορίσκους …. συγκρίνων τους αγώνας εκείνων προς την νέκρωσιν και την απάθειαν των αμέσων αυτών διαδόχων,καταλαμβάνομαι υπό ανεκφράστου απελπισίας.» Την απηλπισμένην ταύτην κραυγήν απέσπασεν εκ των χειλέων του Βαλαωρίτου ου μόνον η οδύνη του πατριώτου, αλλά και ο εγωισμός του ποιητού, έχοντος απαραίτητον ανάγκην ζώντος ιδανικού και μάτην αναζητούντος τοιούτον εν τη καρδία των σήμερον Ελλήνων.
* * *
Η λέξις ιδανικόν ως πάσα άλλη ης εγένετο πολλή χρήσις και κατάχρησις, κατήντησε τοσούτον ελαστική και πολυσήμαντος, ώστε στερείται πάσης σχεδόν ακριβούς σημασίας. Αφίνοντες κατά μέρος τα αφηρημένα φιλοσοφήματα, δυνάμεθα να θεωρήσωμεν ως ιδανικόν έθνους τινός εν ωρισμένη εποχή, τον τύπον εκείνον προς τον οποίον πας τις επιθυμεί να ομοιάση. Ιδανικόν των αρχαίων Ελλήνων ήτο η αρμονική ένωσις του ψυχικού μετά του σωματικού κάλλους, ακμαίος νεανίας ελαύνων εις το στάδιον νικηφόρον άρμα ή καθιστών προσεκτικά εις τους λόγους του τα πλήθη· ενσάρκωσις δε του ιδανικού τούτου δύναται να θεωρηθή εν μεν τοις μυθικοίς χρόνοις ο Αχιλλεύς, εν δε τη ιστορία ο Αλκιβιάδης. Κατά τους μέσους αιώνας πάντες εζήλευον την τύχην του αξιωθέντος διά νηστειών και δεήσεων ν' αντικρύση την «ένδοξον ωραιότητα της Παναγίας.» Επί Λουδοβίκου του ιδ' ιδανικόν των Γάλλων ήτο αυτός ο βασιλεύς, ή τουλάχιστον επίσημος το γένος ευπατρίδης,φέρων βαρύτιμα τρίχαπτα, διαπρέπων εις το στρατόπεδον και τας αυλικάς παρατάξεις και αγαπώμενος υπό ηγεμονίδος βασιλικού αίματος ή τουλάχιστον Δουκίσσης· κατά τοιούτον δε τύπον διεσκευάζοντο υπό των ποιητών και αυτοί οι Ατρείδαι. Ιδανικόν του παρόντος αιώνος εν τη Δύσει είναι ανήρ λαχών παρά της τύχης πλούτου, κάλλους, γένους,ευφυίας, ίππων, μεγαλοσταύρων και όλων των αγαθών, κατώτερα αυτού ευρίσκων πάντα ταύτα, χασμώμενος εν μέσω των ηδονών, ζητών να καταβιβάση τον παράδεισον επί της γης, ανούσιον ευρίσκων τον καμπανίτην και τα φιλήματα της καλλίστης ερωμένης, μη ηξεύρων ο ίδιος τι θέλει και προς στιγμιαίαν ανακούφισιν της ανιάτου αυτού πλήξεως παραδιδόμενος οτέ μεν εις υπερφυσικά ονείρατα, οτέ δε εις παντοίας τρέλλας. Του τοιούτου ήδη παρακμάζοντος ιδανικού υμνητής και ζώσα προσωποποίησις ήτον ο Βύρων. Ούτω και ο βίος του κλέφτου υπήρξεν επί τρεις αιώνας και ήτο χθες ακόμη το ιδανικόν της τουρκοκρατουμένης φυλής. Οι στενάζοντες υπό την μάστιγα του δεσπότου εθαύμαζον,εζήλευον και ηύχοντο να ομοιάσωσι τους ζώντας ελευθέρους, έστω και επί της κορυφής των βουνών. Η δημοτική ημών ποίησις ουδέν άλλο είναι ή πιστή του αισθήματος τούτου ερμηνεία· η δε απαράμιλος αυτής ζωηρότης πρέπει ν' αποδοθή εις το ότι ο πόθος ελευθέρου βίου ου μόνον ενέμετο πάσαν τότε ελληνικήν καρδίαν, αλλ' ενέμετο αυτήν ολόκληρον,ουδενός άλλου συνυπάρχοντος παρ' αυτώ, ένεκα της νηπιώδους καταστάσεως του τότε πολιτισμού. Η εκ των καθημερινών κακώσεων άσβεστος δίψα εκδικήσεως και η άγνοια των ηθικών και υλικών απολαύσεων της ευζωίας, παρίστα το επάγγελμα του κλέφτου ου μόνον ως καθήκον προς την πατρίδα, αλλά και αυτό καθ' εαυτό ως το ποθεινότερον των επαγγελμάτων. Ουδόλως αμφιβάλλομεν ότι πολλοί υπάρχουσι και σήμερον οι πρόθυμοι να θυσιάσωσιν υπέρ πατρίδος την ζωήν, ουχί όμως,νομίζομεν, και να διέλθωσιν αυτήν επί των ορέων, θεωρούντες ως άκρον άωτον της ανθρωπίνης ευδαιμονίας τα χρυσά όπλα, τα οπτά αρνία, τα αιμοσταγή λάφυρα ή την αποκοπήν της κεφαλής αθλίου τινός Αγά. Ο έρως της ελευθέρας υπάρξεως και το μίσος του Αγαρηνού, άτινα ήσαν πριν ιδανικόν κατήντησαν σήμερον απλούν καθήκον, και ως τοιούτον ανεπαρκές τη ποιήσει. Πρέπει δε και να παρατηρήσωμεν ότι η στέρησις αγαθού τινος συντείνει είπερ παν άλλο εις την πλήρη αυτού εκτίμησιν και κορύφωσιν του πόθου. Πριν ή ποιήση ο Τάσσος την εν τη εποποιία του αμίμητον εκείνην περιγραφήν της ανυδρίας, των βασάνων της δίψης και των οπτασιών παχυχλόων λειμώνων και καταλειβομένων χειμάρρων, ηφ' ων κατείχοντο εν μέσω της φλεγούσης ερήμου οι σταυροφόροι, λέγεται ότι απείχεν ύδατος επί πέντε ημέρας. Αν ήτο ο Τάνταλος ποιητής και έγραφεν ύμνον εις το ύδωρ πιστεύομεν ότι και τον Τάσσον και τον Πίνδαρον αυτόν ήθελεν υπερβή. Τοιούτοι Τάνταλοι ήσαν οι από της δούλης πεδιάδος βλέποντες πλανωμένην επί των ράχεων του Πίνδου και Ολύμπου εν χρυσοίς όπλοις την ελευθερίαν. Ουδέ σήμερον βεβαίως είναι ο κλέφτης ανούσιος και πληκτικός ήρως, αλλ' από ποιητικού, ήτοι ζώντος εν τη καρδία ολοκλήρου λαού, κατήντησεν απλώς ρωμαντικός. Προς κατανόησιν δε της επελθούσης διαφοράς τούτο μόνον λέγομεν, ότι πριν μεν πάσα κόρη ωνειρεύετο καλλίκομόν τινα Ζήδρον ή Αμπελογιάννην ως σύντροφον ολοκλήρου του βίου, σήμερον δε μόνον ευρωπαΐζουσά τις και ευφάνταστος αναγνώστρια των «Μνημοσύνων» δύναται να επιθυμήση αυτόν ως . . . όνειρον μιας νυκτός. Αλλά και αυτή η αποστολή των δύο γενεών φαίνεται όλως διάφορος. Οι πατέρες ημών είχον έργον να δώσωσιν εις την Ελλάδα ελευθερίαν, ημείς δε θεωρούμεν ημέτερον ν' ασφαλήσωμεν αυτή ελευθερίας και προ πάντων να κτίσωμεν οικίας. Τούτα παρατηρούνται ουδόλως προτιθέμεθα ν' αμφισβητήσωμεν την αξίαν των ρητόρων και των κτιστών, αλλά μόνην την χρησιμότητα αυτών τη ποιήσει.Ουδέν τουλάχιστον γνωρίζομεν έπος ποιηθέν εις ανάμνησιν κοινοβουλευτικών αγώνων ή της τεκτονικής των καστόρων βιομηχανίας·περί οιουδήποτε δε άλλου πράγματος εκτός ψήφων και λίθων ούτε φροντίζει ούτε θέλει ν' ακούση ο σήμερον Έλλην. Ταύτα παρεδέχετο και εθρήνει εν τοις προλόγοις του και ταις ιδιωτικαίς επιστολαίς ο ψάλτης της «Φροσύνης». Πολλάκις όμως κατελαμβάνετο εκ του θεάματος τούτου υπό τοιαύτης αθυμίας, ώστε επέμενε να κλείη τους οφθαλμούς. Ως εν τη τραγωδία του Ρακίνα η ερωμένη του Ιππολύτου,
«Νεκρόν τον βλέπει προ ποδών και ζώντα τον ελπίζει»,
ούτω κακείνος ισχυρίζετο ότι το κλέφτικον ιδανικόν του «εις μόνην την πρωτεύουσαν και τα κυριώτερα κέντρα της Ελλάδος απέθανεν, αλλά ζη έτι εις Βάλτον, Ξηρόμερον, Λοκρίδα, Ήπειρον και Αιτωλίαν». Αλλά δύναται άρα να θεωρηθή ως ιδανικόν έθνους τινός το μη ζων «ούτε εν τη πρωτευούση ούτε εις τα κυριώτερα αυτού κέντρα;» Πώς δε δυνάμεθα να παραδεχθώμεν ως ζώντα, ήθη, παραδόσεις, γλώσσαν και έθιμα, τα οποία αναγκάζεται ο ποιητής ανά πάντα στίχον να σαφηνίζη διά σχολίων και ενίοτε διά μεταφράσεως εις άλλην γλώσσαν, απαραλλάκτως ως ο Σατωβριάνδος διά των σημειώσεων των «Μαρτύρων» τα ήθη και τας τελετάς των Δρυίδων και Ευάγων της παναρχαίας Αρμορικής; Μετ' αδιηγήτου δε ταπεινώσεως και φλέγοντος ερυθήματος επί της παρειάς αναγκαζόμεθα να ομολογήσωμεν ότι τα πλείστα των σχολίων τούτων δεν είναι περιττά εις τους κατοίκους της «πρωτευούσης και των σπουδαιοτέρων ελληνικών κέντρων». Τα κλέφτικα τραγούδια ουδείς σήμερον αναγινώσκει πλην των κουτοφράγκων,ειδικού τινος Σάθα ή ιδιοτρόπου Ζαμπελίου. Αν δε, κατά το θεώρημα του Άγγλου Βένθαμ πρέπει προς εκτίμησιν των ανθρωπίνων αισθημάτων να λαμβάνεται εξωτερική τις αυτών εκδήλωσις επιδεκτική μαθηματικής καταμετρήσεως, νομίζομεν ότι ως τοιούτον ακριβές μέτρον του ενδιαφέροντος της παρούσης γενεάς προς τα έργα της προηγηθείσης δύναται να χρησιμεύση η μηνιαία δωδεκάδραχμος αποζημίωσις, ην καταβάλλει το έθνος εις την μητέρα του Διάκου, διά την όπτησιν του υιού της. Αλλά και από των εκφαυλισθέντων τούτων κέντρων αν μεταβώμεν εις αυτήν την κοιτίδα του αρματωλισμού, πολύ φοβούμεθα μη εύρωμεν και εν Ηπείρω τα πράγματα και τα αισθήματα ικανώς μεταβληβέντα. Οι αρματωλοί και κλέπται απετέλουν εκεί είδος τι στρατιωτικής αριστοκρατίας και ενόπλου φρουράς της κιβωτού των εθνικών ελπίδων.Αλλ' ολόκληρος η τάξις αυτή μετηνάστευσεν εις το ελληνικόν βασίλειον μετά το πέρας του αγώνος· και ούτως αφ' ενός μεν απωρφανίσθη η Ήπειρος των αντιπροσώπων του ιδανικού αυτής, αφ' ετέρου δε οι λέοντες εκείνοι εξεφυλλίσθησαν παρ' ημίν και εγέννησαν συνταγματικούς σκύμνους, κατ' ουδέν διαφέροντας της επιλοίπου γενεάς των λάλων τεττίγων και οικοδομητικών καστόρων. Πληρέστατα συμμεριζόμεθα την γνώμην του Βαλαωρίτου ότι μόνη παρ' ημίν πηγή αληθούς ποίησεως εισίν αι αναμνήσεις του αγώνος· την πηγήν όμως ταύτην ούτε ρέουσαν βλέπομεν εν υπαίθρω ούτε ακούμεν το κελάρυσμά της· και αυτός δε ο ποιητής ομολογεί εν τοις προλόγοις του ότι προς ανεύρεσιν ύδατος ζώντος ηναγκάσθη «ν' ανασκάψη το έδαφος της Ηπείρου». Παράδοξος και όντως λυπηρά εις χείλη ποιητού είναι η λέξις ανασκαφή, η κατατάσσουσα έργα χθεσινά μεταξύ των αρχαιοτήτων. Διά της φοβεράς ταύτης λέξεως συνδέει μεν αμέσως τους αγωνισθέντας εν Πλαταιαίς και Μαραθώνι προς τους ήρωας της Γραβιάς και του Σουλίου, αλλά συγχρόνως καθιστά καταφανές το μέγεθος του χάσματος, όπερ χωρίζει ημάς από τούτων. Ως των «Περσών» του Αισχύλου, ούτω και των «Μνημοσύνων» ο αναγνώστης,συγκρίνων την τότε προς την σήμερον Ελλάδα, αναγκάζεται να θεωρήση αμφότερα τα ποιήματα ως αρχαϊκά και ν' ανακράξη μετά του Βύρωνος,
'Τ is Greece, but living Greece no more!
* * *
Υπολείπεται ήδη να εξετάσωμεν και υπό καθαρώς τεχνικήν έποψιν το ποιητικόν κληροδότημα του αποθανόντος. Την περί τούτου γνώμην ημών δεν δυνάμεθα κάλλιον να συνοψίσωμεν ή λέγοντες ότι τον ποιήσαντα τα«Μνημόσυνα», τον «Διάκον» και την «Φροσύνην» θεωρούμεν ως τον άριστον μαθητήν του Βίκτωρος Ουγώ, δυνάμενον και προς αυτόν τον διδάσκαλον να συγκριθή κατά τον αμέτρητον πλούτον της φαντασίας και την αφειδή του θησαυρού τούτου σπατάλην. Την στενήν άλλως ταύτην συγγένειαν και επιρροήν του Γαλάτου επί της Μούσης αυτού έσπευδεν ο ίδιος μετ'ειλικρινούς προθυμίας να ομολογήση εν πάση περιπτώσει: «Χωρίς να το θέλω», έγραφεν ημίν πέρυσιν, «έλαβα παρά του Ουγώ την μανίαν των αντιθέσεων και την επιθυμίαν ν' αφίνω την φαντασίαν μου να τρέχη αχαλίνωτος από ρυτήρος όπου θέλει.» Εκ μετριοφροσύνης βεβαίως παρωμοίασεν ο ποιητής την φαντασίαν του προς τρέχοντα μόνον ίππον,λησμονήσας ότι ο Πήγασός του έχει και πτερά. Ο μετ' αυτού όμως συνεπιβαίνων του φοβερού ζώου αναγνώστης αδύνατον είναι να λησμονήση τούτο, αναγκαζόμενος ανά πάσαν στιγμήν να υπερβαίνη χάσματα και αβύσσους δι' αλμάτων, άτινα δεν φαίνονται άνευ πτερύγων κατορθωτά. Ο άτακτος ούτος και όντως αχαλίνωτος, οτέ μεν επί γης οτέ δ' εναέριος δρόμος, κουράζει μεν πολλάκις και ενίοτε ζαλίζει, αφ' ετέρου όμως καταθέλγει διά της θαυμαστής ποικιλίας των διαδεδομένων αλλήλας μετ'αστραπιαίας ταχύτητος οπτασιών. Το κακόν είναι ότι τα ωραία ταύτα πράγματα δεν προφθάνει τις πάντοτε να διακρίνη σαφώς, και τότε μόνον λυπείται διά την έλλειψιν χαλινού. Αι πλείσται των περιγραφών του Βαλαωρίτου δεν ομοιάζουσιν ούτε ανάγλυφα, ως αι των αρχαίων ποιητών,ούτε γνωστόν τι είδος ζωγραφιάς, πολύ δε μάλλον ωραίαν σκηνογραφίαν τρέμουσαν εις τα ύδατα διαυγούς μεν, αλλά σπανίως ακινητούσης λίμνης.Ως έτυχε και άλλοτε να είπωμεν, εκάστη των μεταφορών αυτού είναι καθ'εαυτήν εναργής και ζωηροτάτη, το πλήθος των όμως τοσούτον, ώστε συμπλέκονται προς αλλήλας ως κλάδοι παρθένου δάσους και επέρχεται τότε ρωμαντικόν τι σκιόφως, εν ώ βλέπομεν κινούμενα παντοία έτι ρωμαντικώτερα πλάσματα: βουνά ανταλλάσσοντα φιλήματα και γεννώντα ήρωας συλληφθέντας εκ του ασπασμού τούτου· πτερωτά δακτύλια αναβαίνοντα εις ουρανόν, ράσα καλογήρων αρμενίζοντα εις τον αιθέρα,αγορεύοντας βράχους, ανθρωπόμορφα δένδρα, κύματα σκορπίζοντα μαύρον αφρόν, βρυκόλακας, δράκοντας, κατακλείδια, ανεραΐδας και παντοία άλλα φαντάσματα. Ουδένα εγνωρίσαμεν ποιητήν ούτε πλείονα γράψαντα εν τοις προλόγοις του κατά του ρωμαντισμού ούτε ρωμαντικώτερον του Βαλαωρίτου. Ουδ' αυτή των Γερμανών η «mondbeglaenzle zaubernacht»περιέχει πλείονας ή φοβερωτέρους των ιδικών του δραπέτας του άλλου κόσμου. Παρά συνήθει στιχοπλόκω ταύτα ήθελον φανή απλώς τερατώδη και ενίοτε ψυχρά. Αλλ' ως ο Όφμαν, ο Αρνίμ, ο Εδγάρδος Πόου και οι άλλοι έξοχοι μαγγανευταί, ούτω και ο Λευκάδιος ποιητής κατορθόνει να προδιαθέση ημάς ούτως, ώστε τα ινδάλματα ταύτα δεν κρίνομεν δι'οφθαλμών εγρηγορότος, αλλά βλέπομεν αυτά ως εν ονείρω. Απίθανα δε ονείρατα δεν υπάρχουσιν, εν όσω ευρίσκεταί τις υπό το κράτος αυτών,αλλά μόνον αφού εξυπνήση. Και τότε όμως δεν πρέπει να κρίνη το ποιητικόν όνειρον εκ των συστατικών αυτού, αλλ' εκ της αισθήσεως ην επροξένει αυτώ, ενώ το έβλεπε. Το καθ' ημάς ομολογούμεν ανερυθριάστως ότι, ενώ οι «σεληνοφώτιστοι αστέρες» αι «συνιστώσαι σάρκα ψυχαί»,οι «βοώντες νεκροί» και τα άλλα τοιαύτα εφόδια καθαρευόντων τινών μουσοπόλων επροξένησαν αείποτε γέλωτα, ο Θανάσης Βάγιας του Βαλαωρίτου, ο Λάμπρος του Σολωμού και ο Βρυκόλαξ του χιακού άσματος προξενούσιν απ' εναντίας νευρικόν τι ρίγος, οίον ησθανόμεθα παίδες όντες, αν τυχόν εσβύνετο η λυχνία πριν κοιμηθώμεν. Όπως δε μη υποθέση τις ημάς φιλοπροσωπούντας, σπεύδομεν ευθύς να προσθέσωμεν ότι τούτο αποδίδομεν ου μόνον εις της ποιήσεως την υπεροχήν, αλλά κατά μέγα μέρος εις την υπεροχήν της δημώδους γλώσσης, αποτεινομένης απ'ευθείας εις την καρδίαν δι' ήχων, τους οποίους συνειθίσαμεν παιδιόθεν να συνδέωμεν μετά συγκινήσεων και αισθημάτων, ενώ το ποικίλον κράμα σολοικισμών και ξενισμού, όπερ καλείται καθαρεύουσα, αποτείνεται επί του παρόντος εις μόνην την διάνοιαν, ήτις τέρατα δεν χωνεύει. Αλλ'ουδέ παρ' αυτώ τω Βαλαωρίτη θαυμάζομεν ως αρετήν την τερατολογίαν,θεωρούντες απ' εναντίας την πιθανότητα και συμμετρίαν ως απαραίτητα συστατικά παντός τελείου καλλιτεχνήματος· εκ τούτου όμως άδικον ήθελεν είναι να συμπεράνη τις ότι, και εν ελλείψει της τοιαύτης τελειότητος, δεν δύναται να έχη έργον αξίαν, και μάλιστα μεγάλην. Οι κάλλιστοι πίνακες του πρώτου ίσως του αιώνος ζωγράφου ΕυγενίουDelacroix και πάντα ανεξαιρέτως τα έργα του ισπανού Γόια παριστώσι συμπλέγματα ανθρώπων οίτινες, αν ελάμβανον εκ θαύματος ζωήν, ούτε επί ίσων σκελών ήθελον δυνηθή να στηριχθώσιν ούτε εις το αυτό σημείον να συγκύψωσι τους δύο συγχρόνως οφθαλμούς. Αλλά και αι γυναίκες του Ρουβένς είναι κολοσσοί σαρκός, και αι Παναγίαι του Κιμαβούη πυραμίδες οστέων και πλείστων άλλων πάσης εποχής καλλιτεχνών τα έργα, κρινόμενα κατά τους στοιχειώδεις κανόνας της πλαστικής και της ανατομίας του ανθρωπίνου σώματος πρέπει εξ άπαντος να παραδοθώσιν εις το πυρ. Εις τοιαύτην μόνον πυράν, αν ευρεθή ποτε Ηρόστρατος στέργων να την ανάψη,δυνάμεθα να ρίψωμεν μετά των ποιημάτων του Βίκτωρος Ουγώ, του Ίμμερμαν, και του Θεοφίλου Γωτιέ και τους στίχους του Βαλαωρίτου. Και τότε όμως ουχί άπαντας, διότι πολλαχού η έμφυτος τω Έλληνι πλαστικότης υπερισχύει της επιρροής του Ουγώ, και αντί ορμαθού μεταφορών μεταχειρίζεται ως ο Όμηρος και ο Δάντης μίαν μόνην. Τότε δε προ πάντων αρέσκει ημίν το άσμα του Λευκαδίου. Τοιαύτη είναι η πρώτη στροφή του Μνημοσύνου του Στεφάνου Μεσσαλά:
Ώργονε ο Χάρος, ώργονε τη γη που τόνε τρέμει. Τ' αυλάκια του είναι μνήματα, τα μαύρα του τα βώδια Φυσομανούν στο κέντημα της άσπλαγχνης βουκέντρας.
Τοιούτοι και οι έναυλοι εν πάση μνήμη τέσσαρες πρώτοι στίχοι της«Φροσύνης»:
Επέσανε τα Γιάννινα σιγά να κοιμηθούνε,
Εσβύσανε τα φώτα τους, εκλείσανε τα μάτια

Η μάνα σφίγγει το παιδί βαθειά στην αγκαλιά της
Γιατ' είναι χρόνοι δύστυχοι και τρέμει μη το χάση.

Τοιαύτη και ολόκληρος η προτελευταία του ποιήματος στροφή, ήτις έπρεπεν ίσως να ήναι τελευταία:
Κάμνει στεφάνια το νερό που εκτείνονται πλαταίνουν Και στα ποδάρια του Αλή να ξεψυχήσουν πγαίνουν. Λες και το κύμα τη νεκρή σα νύφη του αγκαλιάζει Και με στεφάνια από νερό το γάμο του γιορτάζει κτλ.
Ουχί βεβαίως άψογον κατά την γλώσσαν και την στιχουργίαν, αλλ'απαράμιλλον κατά πατριωτικόν αίσθημα, φαίνεται ημίν και το κατωτέρω απόσπασμα εκ του αυτού ποιήματος:
Πόσαις φοραίς από μακράν ανήλικο παιδάκι, Με δακρυσμένο βλέφαρο, μ' απόκρυφην ελπίδα, Ο δύστυχος εκύτταξα την καταχνιά του Πίνδου Μου εφαίνετο πως ήτανε καπνός από τουφέκι Κ' επρόσμενα, κ' επρόσμενα ν' ακούσω τη βοή του!
Αλλ' αφού τοσαύτα είπομεν περί του ακράτου ρωμαντισμού του ποιητού,μη στέργοντος να ψαλλιδίση της φαντασίας του τα πτερά, αδύνατον είναι να μη παραθέσωμεν απόγευμα και της τοιαύτης εμπνεύσεως, προς τούτο δε εκλέγομεν τους στίχους, των οποίων αυτός ο ποιητής συνίστα ημίν επιμόνως διά της τελευταίας επιστολής του την ανάγνωσιν και την παραβολήν προς ομοίαν εικόνα εν τω «Κανάρη» του απομονωθέντος σήμερον Παράσχου:
Βλαχάβα ποιος σ' εγέννησε, ποιά μάνα, ποιος πατέρας; Ο Όλυμπος αγάπησε την ώμορφη την Όσσα. . . . . Μια νύχτα ήταν άνοιξη, χαρά Θεού γαλήνη . · . . Κρυφομιλούνε τα βουνά, ολονυχτίς ρωτιώνται· Και σαν εβγήκε ο Αυγερινός κι' αρχίσανε τα ρόδα Να ξεφυτρώνουν της αυγής ψιλά στα κορφοβούνια, Ο Όλυμπος εκύτταξε την ώμορφη την Όσσα, Την είδε που κοκκίνιζε σαν ντροπαλή παρθένο, Και γέρνει, γέρνει την κορφή και τη φιλεί 'ς το στόμα, Κι' ευθύς μ' εκείνο το φιλί πούναι ζωή και φλόγα· Ανάφτουν, ζωντανεύουνε της νειόνυφης τα σπλάγχνα, Και δεν επέρασε καιρός, χρόνοι πολλοί και μήνες Π' ακούστηκε σα μια βοή μες τ' Άγραφα τον Πίνδο Τ' αρματωλού το πάτημα του φοβερού Βλαχάβα.
Ουδόλως αρνούμενοι τον ιδιόρρυθμον ρωμαντισμόν της ανωτέρω οπτασίας,ομολογούμεν εν τούτοις ότι πολύ μάλλον των τοιούτων αχαλινώτων πτερυγισμάτων αρέσκουσιν ημίν παρά Βαλαωρίτη οι ευάριθμοι εκείνοι στίχοι, περί ων επιτρέπεται τω τεχνοκρίτη να διστάζη, αν εις την ρωμαντικήν πρέπει ή την κλασικήν κειμηλιοθήκην να τους αποθέση.Προκειμένου δε και μεταξύ τούτων να εκλέξωμεν, ηθέλομεν προτιμήσει αδιστάκτως τας στροφάς, δι' ων περιγράφεται ο ίππος του Αλή,αποτελούσας το στιλπνότερον ίσως της βαλαωριτείου ποιήσεως κομβολόγιον μαργαριτών:
Ακούει τον πόλεμο και χλημητάει, Τ' αυτιά του τέντωσε, άγρια τηράει· Ολόρθ' η χήτη του, ολόρθ' η ορά, Λιγάει το σώμα του σαν την οχειά κτλ.
Πάντες οι κριτικοί εθαύμασαν την επινόησιν του Ομήρου, όστις αντί να περιγράψη ο ίδιος τα κάλλος της Ελένης, εξεικόνισεν αυτό εμμέσως διά του νεανικού πόθου, ον η θέα της γυναικός ανήψεν εις τα στήθη των γερόντων της Τρωάδος. Αλλ' ουδ' η ομηρική αύτη καλλονή ελλείπει από των θαυμασίων τούτων στροφών. Ως οι Τρωαδίται την Ελένην, ούτω και οι Σουλιώται έτρωγον διά των οφθαλμών το άλογον του Αλή:
Ο Λάμπρος τ' ώβλεπε κι' από τη ζήλεια Κρυφά αναστέναξε, δαγκάει τα χήλια. «Άτι περήφανο να σ' είχα 'γώ Μέσα 'ς τα Γιάννινα ήθελα μπω!»
Προς το υπερήφανον τούτο άτι ένα μόνον ίππον γνωρίζομεν δυνάμενον να συγκριθή, τον της Γραφής, όστις ακούων κακείνος τον πόλεμον,«γαυριά, εκπορεύεται εις πεδίον και σάλπιγγος ηχούσης ερεί· Εύγε!»
Εν αρχή του «Αστραπόγιαννου» ευρίσκομεν ετέραν ουχ ήττον εναργή ομοιότητα προς την θαυμασθείσαν εικόνα των Ψαλμών «η οδός αυτού σκότος και ολίσθημα και άγγελος διώκων αυτόν._» Ούτως εδιώκετο εν ζοφερά νυκτί επί ατραπού εκ του αίματος ολισθηράς και ο δυστυχής Λαμπέτης υπό σπείρας Αλβανών:
Το αίμα του έβαφε το μονοπάτι. Εμπρός τρισκότειδο και πίσω εχθροί.
Ως του Σολωμού και εν γένει των επτανησίων έχει ενίοτε και του Λευκαδίου η ποίησις συγγένειάν τινα προς τον Δάντην. Εν τω τρίτω άσματι της «Φροσύνης» παριστάμεθα εις βδελυράν σκηνήν ευθύμων Λιάπηδων, διασκεδαζόντων δι' ανθρωπίνων λειψάνων και ποδοκοιλούντων νεοκόπους κεφαλάς. Ενώ ούτω παίζουσιν οι πατέρες, τ' άξια τούτων τεκνία αμιλλώνται,
Ποιο κεφαλαίς περσότεραις σκληρά να πρωταρπάξη, Για να ταις βάλη επανωταίς να χτίσει πυραμίδα Ποιο δέρνει τους συντρόφους του με σκοτωμένου χέρι.
Εισελθόντος δε εις την αυλήν τυφλού γέροντος να ζητήση ελεημοσύνης,ρίπτουσι τα λυκόπουλα ταύτα εις την τρέμουσαν εκ του ψύχους παλάμην του αναμμένον άνθρακα και τεμάχιον πτώματος,
Και τόνε διώχνουν σκούζωντας: «Ψήσε το να χορτάσης!
Διά τοιαύτης σειράς εικόνων εφρόντισε και ο Δάντης να προδιαθέση τον αναγνώστην πριν ή επιφωνήση το πολύκροτον εκείνο,
Ο Pisa vituperio delle genti!
Ο δε αναγνώστης της «Φροσύνης» και μόνος εν ελλείψει του ποιητού ήθελεν ανακράξει,
Γιάννινα, μαύρα Γιάννινα, πώς σας βαστάει ο κόσμος!
Τοιαύτη είναι η βαλαωρίτειος ποίησις, σπανίως μεν ίσως εκτυλίσσουσα μακράς σειράς τελείων στίχων, αλλ' έτι σπανιώτερον εμπνεύσεως και δυνάμεως ενδεής. Η δύναμις μάλιστα αποτελεί το εναργέστερον αυτής χαρακτηριστικόν. Πάσης αρετής υπάρχουσι βεβαίως διάφοροι βαθμοί, ως και άνισα το ύψος ομοιογενή δένδρα· οιαδήποτε όμως και αν υποτεθή του ποιητικού αναστήματος η διαφορά, νομίζομεν ότι ο ψάλτης τηςΦροσύνης δικαιούται να συγκαταταχθή μετά του διδασκάλου του Βίκτωρος Ουγώ εις την γενεάν των μεγαλοστόμων αοιδών. Αν ζήσας εν ατυχεστάτη μεταβατική εποχή, ήτις ούτε ιδανικόν oύτε γλώσσαν, έχει,δεν ηδυνήθη να κληροδοτήση ημίν εφάμιλλόν τι των Φθινοπωρινών φύλλων και των __Ανατολικών ασμάτων, αφ' ετέρου αναδεικνύεται πολλάκις εν ατελεστέροις έργοις ανώτερος κατά το αίσθημα του μεγαλορήμονος Γαλάτου. Οι τοσαύτας ομοιότητας έχοντες προς αλλήλους δύο ούτοι ποιηταί διαφέρουσι κατά τούτο, ότι ο μεν Ουγώ είναι εξ όλων των ποιητών της εσπερίας ο ελάχιστα παθών εκ της απελπιστικής νόσου,ήτις νέμεται σήμερον πάσαν όντως ποιητικήν καρδίαν. Ο δε Βαλαωρίτης ο μόνος ίσως βασανισθείς υπ' αυτής μεταξύ των Ελλήνων. Ενώπιον ημών έχομεν τριακοντασέλιδον επιστολήν του, την ποιητικήν ίσως αυτού διαθήκην, ην περαίνει ως ακολούθως (1): «Ο Bouchut περιέγραψε μετά θαυμαστής ακριβείας το νέον νόσημα του αιώνος νευροσισμόν(nevrosisme) του οποίου πρώτα θύματα είναι οι ποιηταί. . . .Αισθάνομαι ότι νόσος βαρυτάτη, αλλόκοτος, αθεράπευτος, είναι αυτή καθ' εαυτήν η ποιητική διάθεσις. Πάσα στιγμή εμπνεύσεως είναι δι εμέ στιγμή παραφροσύνης και όλος ο οργανισμός μου πάσχει δεινώς εκ της πυρακτώσεως της φαντασίας. Οι καρδιακοί παλμοί, οίτινες θα με φέρουν ογλήγωρα εις τον τάφον, είναι το μόνον μου κέρδος εκ της ποιητικής διαθέσεως». Και προ της εξομολογήσεως όμως ταύτης, πολλάκις ησθάνθημεν αναγινώσκοντες τους στίχους του, ότι ήσαν εκ των πληρονομένων ακριβά κατά τον πεζόν τούτον αιώνα, ότε ο ποιητής δεν είναι ως πριν αιόλειος λύρα ηχούσα εκ της περιπνεούσης αύρας, αλλ'αναγκάζεται ν' ανασκάψη τα σπλάγχνα του προς ανεύρεσιν ποιητικής ικμάδος. Τούτο δε δύναται να ρηθή προ πάντων περί του ψάλτου τηςΦροσύνης_, όστις πλην της ηλικίας ουδέν είχε κοινόν ούτε ως άνθρωπος ούτε ως ποιητής προς την παρούσαν γενεάν. Όπως εν τω ποιήματί του εκυοφόρησεν η Όσσα εις τα σπλάγχνα της τον Βλαχάβαν __χρόνους πολλούς και μήνες_, ούτως ήθελε τις ειπεί ότι ανέβαλλε και η μήτηρ του να γεννήση αυτόν επί ήμισυν τουλάχιστον αιώνα, ότε ήτο πλέον αναχρονισμός. Αληθείς σύγχρονοι του ερημίτου της Μαδουρής ήσαν oι υπ'αυτού ανασκαφέντες αρματωλοί και κλέφται μεθ' ων συνέζη εν διηνεκεί ονείρω. Προς δε τους σήμερον ανθρώπους ουδέποτε ήλθεν η Μούσα του εις επαφήν, αλλ' άπαξ μόνον η πυγμή του. Πολύ εν τούτοις φοβούμεθα ότι ο πολιτικός αντιπρόσωπος γενεάς τινος δεν έχει ανάγκην να εμφορήται αισθημάτων ευγενέστερων των επικρατούντων περί αυτόν, αλλά μάλλον να αισθάνεται ζωηρότερον των άλλων όσα αισθάνονται όλοι. Αν ακμαία έμπνευσις και πλούτος φαντασίας θεωρηθώσιν αρκούντα όπως ονομασθή τις εθνικός ποιητής, τοιούτον βεβαίως πρέπει ν' αναγορεύσωμεν τον Βαλαωρίτην· αν όμως απαιτείται πλην τούτου και να υμνήση αισθήματα ζώντα εν πάση καρδία, ημείς τότε πταίομεν και ουχί εκείνος, αν ελλείπει από των ποιημάτων του το τελευταίον τούτο, και μόνον τούτο το προσόν.
1) Την επιστολήν ταύτην δεν κρίνομεν εύλογον να δημοσιεύσωμεν, μη προφθάσαντες να ζητήσωμεν την προς τούτο άδειαν, και ως περιέχουσαν πλην των γεννικών και πλείστας περί ζώντων προσώπων κρίσεις.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

Αρ. 1. Πέτρος ο Β της Βρασιλίας. Τιμ. λεπτά 10. Αρ. 2. Περί αγάπης της πατρίδος. Τιμ. λεπτά 10. Αρ. 3. Αδαμάντιος Κοραής. Τιμ. λεπτά 10. Αρ. 4. Λάζαρος Κουντουριώτης. Τιμ. λεπτά 10. Αρ. 5. Αλέξανδρος Σούτσος. Τιμ. λεπτά 10. Αρ. 6. Περί περιθάλψεως των θυμάτων του πολέμου. Τιμ. λεπτά 10. Αρ. 7. Περί καθαριότητος. Τιμ. λεπτά 10. Αρ. 8. Περί Κύπρου. Τιμ. λεπτά 10. Αρ. 9. Αριστοτέλης Βαλαωρίτης. Τιμ. Λεπτά 10.
ΕΣΤΙΑ
[Εκδίδοται κατά κυριακήν εν Αθήναις, εκ σελ. 16. σχήμ. 4ον]
Συνδρ. ετησία: Εν Ελλάδι φρ.10 — Εν τη αλλοδ. φρ. 20.
Εν τω γραφείω της «Εστίας» πωλούνται οι μέχρι τούδε εκδοθέντες 7τόμοι αυτής προς φρ. 5, δεδεμ. δε προς φρ. 8.
[Εις τους εγγραφομένους συνδρομητάς της Εστίας δίδοται δωρεάν το Δ ε λ τ ί ο ν της Εστίας κατά κυριακήν εκδιδόμενον, εκ 4 σελίδων, και περιέχον βιβλιογραφικόν δελτίον, ειδήσεις εξ Ελλάδος, αινίγματα και προβλήματα, εβδομαδιαίον δελτίον του Χρηματιστηρίου Αθηνών και άλλων πόλεων, τας κληρώσεις των ελληνικών και ξένων δανείων, ων μετέχουσιν εν Ελλάδι, τας προθεσμίας της πληρωμής των τοκομεριδίων διαφόρων δανείων και πλείστας άλλας πληροφορίας].
ΤΕΛΟΣ

Ε. Δ. ΡΟΪΔΗΣ - ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ (Πολιτικό Καφενείο)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου